Ο Β’ Κύκλος Δημιουργικής Γραφής έφτασε στο τέλος του και μέσα από πολλές αξιόλογες συμμετοχές, επιλέχθηκαν τρία κείμενα. Οι συγγραφείς τους και νικητές του διαγωνισμού είναι οι
Νικόλαος Κρητικού
Μιχαήλ Μαραγκάκης
Τίνα Χρηστίδη
τα κείμενα των οποίων και ακολουθούν
Nικόλαος Κρητικού : Ο Συγγραφέας
Κάποια μέρα αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Προήλθε από μια εσωτερική παρόρμηση και από την πεποίθηση πως όσες επαναστάσεις και να κάνουν στην ζωή τους οι άνθρωποι, δύο είναι οι πραγματικά σημαντικές. Αυτή που κάνουν σαν έφηβοι γιατί δεν ξέρουν ακόμα πως να ζήσουν και αυτή που κάνουν σαν ενήλικες για τον τρόπο που τελικά έζησαν. Κι αν η πρώτη επανάσταση γίνεται με μία λίγο άναρχη και ακαθόριστη μορφή, η δεύτερη είναι θέμα επιλογής και προσωπικού γούστου. Έτσι λοιπόν, έκατσε στο γραφείο του φροντίζοντας ώστε από το παράθυρο να πέφτει το φως του ήλιου στα γραπτά του, για τις στιγμές που αυτός θα έχανε την έμπνευση του. Πήρε χαρτί και μολύβι και με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου στρώθηκε στην δουλειά.
Τις πρώτες του σκέψεις τις απέρριψε γρήγορα γιατί στο χαρτί έβγαινε μια παιδιάστικη γραφή, χλωμή και ξεπλυμένη. Οι λέξεις που έγραφε ήταν τόσο αδύναμες που θα διαλυόντουσαν με ένα φτάρνισμα του αναγνώστη. Και τα θέματα που είχε σκεφτεί ήταν απλοϊκά, ερασιτεχνικά και ασήμαντα. Έσκισε τα φύλλο με τις κουταμάρες που είχε γράψει και αποφάσισε να βελτιώσει λίγο την πρόζα του. Βρήκε λοιπόν πομπώδης και σπάνιες λέξεις και τις έπλεξε σε δαιδαλώδης προτάσεις. Σύντομα όμως τις πέταξε και αυτές αφού δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν θα καταλάβαινε κανείς. Αλλά και η γραφή που είχε διαλέξει αυτή την φορά, ήταν τόσο πολύπλοκη και μπερδεμένη που δεν θύμιζε καν κακογραμμένη ποίηση.
Αποφάσισε να αναθεωρήσει λίγο τις ιδέες του και να ρίξει το βάρος στο περιεχόμενο των γραπτών του. Κι αν ήθελε να γράψει κάτι σημαντικό, θα έπρεπε να ασχοληθεί με όσα προβληματίζουν πραγματικά. Με μια φλέγουσα διάθεση να κατακρίνει και να αποδοκιμάσει, έσκυψε στο λευκό χαρτί και έγραψε την λέξη
«Γιατί»
αφού θεώρησε πως έτσι αρχίζουν όλες οι σπουδαίες ερωτήσεις.
Οι πρώτες ξεπήδησαν αμέσως στο μυαλό του. Πετάχτηκαν παιχνιδιάρικα μέσα από ξεθωριασμένες εμπειρίες και ξεφτισμένες αναμνήσεις. Το μολύβι που κρατούσε το χέρι του έτρεξε στο τετράδιο αλλά μισό εκατοστό πριν ακουμπήσει την επιφάνεια, έμεινε ασάλευτο. Γιατί ήταν μεν τίμιο και θαρραλέο να δημοπρατήσει αυτά που τον βασανίζαν και είχαν σημαδέψει την ζωή του αλλά σε αυτό το κουβάρι των ‘γιατί’ που είχε ξεθάψει, ανακάλυψε και την κοινοτοπία τους.
«Τραγικό!» είπε έκπληκτος.
Ήταν μάλιστα τόσο συνηθισμένοι και τετριμμένοι οι προβληματισμοί του που καταντούσαν ανόητοι. Κανά δύο μόνο από αυτούς φαινόντουσαν σημαντικοί αλλά κάθε φορά περνούσε από το παράθυρο αυτός που τους είχε γράψει πρώτος και του χτυπούσε το τζάμι.
«Εντάξει, εντάξει...» έκανε τελικά με μια μικρή κίνηση απογοήτευσης του χεριού.
Δεν άργησε όμως να αναθαρρήσει.
«Μπορεί να έχουν αναφερθεί όλα τα ‘γιατί’ αλλά λίγα έχουν απαντηθεί!»
Και αφού παραλίγο να πνιγεί από την χαρά που τον πλημμύρισε αυτή η νέα σκέψη, βάλθηκε να ψάχνει τα ‘γιατί’ που δεν είχαν απαντηθεί. Εξάλλου, σκέφτηκε, μόνο η απάντηση τους μπορούσε να εξευγενίσει κάπως την αφέλεια των κειμένων του και να τους δώσει μια στάλα αξιοπρέπειας.
Πολλά ‘γιατί’ πέρασαν τότε από το μυαλό του αλλά όσο και να το έστυψε, δεν μπόρεσε να τα απαντήσει. Άλλα ήταν πολύ σημαντικά για να τα απαντήσει ο ίδιος, σε άλλα δεν είχε γνώσεις και άλλα ήταν ξένα, δεν τα είχε ζήσει. Στα λίγα από αυτά που μπορούσε να έχει άποψη, γρήγορα ανακάλυψε την διφορούμενη ερμηνεία των πραγμάτων και πως μπορούσε να τα απαντήσει με πολλούς τρόπους. Μέσα στην μετριότητα του όμως, άλλαζε άποψη κάθε τρεις και λίγο για το πως έπρεπε να τα ερμηνεύσει. Και ξύνοντας το κεφάλι με το μολύβι του, περισσότερα είχε γράψει εκεί παρά στο χαρτί.
Το ρολόι μετρούσε τις ώρες και το παράθυρο τις εποχές, αυτός όμως δεν το έβαζε κάτω. Συνέχιζε να αναλογίζεται τα ‘γιατί’ της ανθρωπότητας, ανήμπορος να βγει από αυτή την ματαιοπονία και χωρίς να έχει προσθέσει ούτε μια λέξη στο γραπτό του. Κάθε μέρα, από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες ερωτήσεις ενώ στο παράθυρο έκαναν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους φιλόσοφοι και στοχαστές, που άλλοι τον χαιρετούσαν και άλλοι τον περιπαίζαν. Ακόμα όμως δεν είχε βρει την ερώτηση που θα μπορούσε να απαντήσει.
Όταν κουραζόταν να ψάχνει άλλες ερωτήσεις, έπλεκε μεταξύ τους τις προηγούμενες, αναζητούσε σχέσεις μεταξύ τους, αναρωτιόταν αν μία γεννάει κάποια άλλη. Τις κατηγοριοποιούσε, τους έδινε όνομα, τις κατέτασσε με βαθμό προτεραιότητας. Όταν αισθανόταν κορεσμένος και από αυτό, τότε σκεφτόταν απαντήσεις και μετά προσπαθούσε να βρει τις ερωτήσεις τους.
Και έτσι διαλογιζόταν όλα τα επόμενα χρόνια, σκεπτικός, με το ένα χέρι να στηρίζει το κεφάλι και το άλλο να παίζει με τα δάκτυλα στο γραφείο.
Το χαρτί που είχε μπροστά του τελικά κιτρίνισε, το μολύβι που κρατούσε έπιασε σαράκι και το δικό του τέλος δεν θα αργούσε. Θα τον έβρισκε σκυμμένο στο γραφείο του, να ψάχνει ακόμα και να καταγράφει στο μυαλό του ερωτήσεις. Η γενειάδα του κρεμόταν ως τα πόδια του και από τα ρούχα του σηκωνόταν σκόνη σε κάθε τρέμουλο των χεριών του. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει, όπως και η θέληση να γράψει.
Απογοητευμένος και παραιτημένος, με μια ύστατη προσπάθεια πρόσθεσε αποσιωπητικά στην λέξη «Γιατί» που είχε γράψει, δίνοντας τουλάχιστον έτσι μια μικρή λογοτεχνική χροιά στο γραπτό του. Και μετά, με όση ζωντάνια του είχε απομείνει, άνοιξε το παράθυρο και έφυγε.
Και ίσως να είχε σκεφτεί τις περισσότερες ερωτήσεις από κάθε άλλο άνθρωπο που πέρασε από αυτόν τον κόσμο και να είχε φτάσει τελικά σε άλλα επίπεδα διανόησης. Αλλά, αν εξαιρέσεις τις αρχικές ανοησίες που είχε γράψει κάποτε και τις πέταξε αμέσως, η λέξη
«Γιατί...»
ήταν η πρώτη και η τελευταία που έγραψε ποτέ σαν συγγραφέας.
Αλλά κι αυτή, γλίστρησε στο πάτωμα από το αεράκι που τρύπωσε από το παράθυρο και ανασήκωσε ελαφρά την κιτρινισμένη σελίδα.
Τίνα Χρηστίδη
Από την παιδική μου ηλικία δεν έχω αναμνήσεις. Σκόρπιες εικόνες μόνο, έναν ήχο, μια εικόνα , μια μυρωδιά. Ο πατέρας με το μαγιό στο λάστιχο της αυλής και άφθονο κλαιρόλ χέρμπαλ στα μαλλιά, το για πολλά χρόνια φετίχ του. Η μάνα μου τραβάει και στερεώνει την κάπως μεγάλη νάιλον κάλτσα ανάμεσα στα δύο μεγάλα δάχτυλα του ποδιού πριν φορέσει τη γόβα. Ένα βιβλίο στερεωμένο ανάμεσα σε ψωμιέρα και πιάτο γεμάτο πατάτες τηγανητές. Ένα βιβλίο εκσφενδονίζεται στον αέρα . « Φάε σαν άνθρωπος!» Τα παιδιά της γειτονιάς παίζουν έξω μήλα και τα μέντα- μέντα. Οι φωνές των μανάδων τους στις 9. 00 το βράδυ: «Κουστά-κηηηηηηηηηη!!! Ιέλα μιέσα βρε τουμαααρ’ !!! Διε βλιέπ’ς τη Μπουμπού που δε βγαίνει ιέξου και μόνο διαβάζει?» Το «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα.» Ένα ηλεκτρονικό ρολόι που μου χάρισε ο πατέρας μου. Ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με την κυριολεκτική χρησιμότητά του . Η μπαταρία του γρήγορα με πρόδωσε καθώς το λαμπάκι , κρυφά κάτω από τα σκεπάσματα, εφεξε μέχρι τελικής πτώσεως τις τελευταίες αράδες του βιβλίου μου όταν στο σπίτι σήμαινε σιωπητήριο. Τι καλά να ήταν αυτή η πραγματική και η μόνη τυραννία των ρολογιών... Η λήξη της σχολικής χρονιάς .Μπουγιέλα. Αλητεία στις πλατείες. Μηχανάκια με τα μεγαλύτερα αγόρια στις γωνίες . Κρυφές ματιές. Οι πρώτες απόπειρες για μίνι φούστα. Αγωνία για το αποτέλεσμα . Ασ’ το καλύτερα. Ένα βιβλίο. Ανακούφιση...Ο Μόγλης. Κι άλλο βιβλίο. Αλλοι Φίλοι που δεν ήρθαν ποτέ να με πάρουν καβάλα σε μηχανάκια αλλά σε χήνες ταξιδιάρες .....
Για να πω και τη μαύρη αλήθεια, δε γράφω και τόσο. Μέχρι στιγμής παίρνω το βραβείο όχι στο γράψιμο αλλά στο σβήσιμο – γράψιμο. Προσπαθώ να θυμηθώ. Αν έχει την παραμικρή σημασία η μικρή, ανόητη και άκρως θλιβερή προσωπική μου ιστορία σίγουρα κάπου εκεί κοντά στα δώδεκα γράφω, αλλά κοπιαστικές ενδοσκοπήσεις και αγωνιώδεις αναζητήσεις με οδηγούν στο ομόρριζο του γράφω, το «αντιγράφω», τοποθετώντας με χρονικά περίπου έξι χρόνια πριν. Στην αντιγραφή λοιπόν φαίνεται ότι υπήρξα δαιμόνια μαστόρισσα εκ γενετής , αληθινή «μανούλα» αφού την επιχείρησα οπωσδήποτε πριν πάω σχολείο. Σε τραπεζάκι στρογγυλό πλαστικό, πράσινο που βγήκε πανηγυρικά στον κήπο μετά από βροχή , άνοιξα με περισπούδαστο ύφος βιβλίο του γυμνασίου με δεινόσαυρους που έκοβαν βόλτες μπροστά από ωραία ροζ προϊστορικά ηλιοβασιλέματα . Δίπλα χαρτι κι ένα μολύβι που χαροπάλευε πασκίζοντας την αντιγραφή. Το όλο εγχείρημα υπό το άγρυπνο βλέμμα της κυρίας μητέρας η οποία σιγοντάριζε με το πλεκτό της την προσπάθεια δίνοντάς μου έμμεσα και αλάνθαστα μαθήματα για την αξία της αυτοσυγκέντρωσης και της γυναικείας εργατικότητας παύλα αφοσίωσης σε ένα σκοπό. Στη κρίσιμη ώρα βέβαια πάντα στο χάρτινο κόσμο ξεπροβάλλει η λάμια , κι εδώ , σε αυτόν τον κοσμο ξεπροβάλλει η κυρά Σταματία , επάγγελμα- κουτσομπόλα της γειτονιάς –και μελλοντική βαφτιστήρα μου ( αφού το παρατσούκλι Γκεστάπο που της χάρισα της πήγε γάντι και τη συνόδεψε στο υπόλοιπο του βίου της.) « Μπουμπού μου, τι γράφεις εκεί?» « Δε φτάνει που γράφω, θέλεις να ξέρω και τι γράφω?» Γκραν σουξέ, ιστορική και ενδεικτική προχωρημένης ευφυίας ατάκα , εφάμιλλη της υπερήφανης μητρός, που μέτραγε πόντους στο πλεκτό της.
Όλα μου τα χρόνια παρέμεινα ακοινώνητη και πιθανώς δυνάμει κουφάλαλη ,σύμφωνα με την έγκυρη διάγνωση θειάς , που κατάφερε να κάνει τη μάνα μου να σταυροκοπηθεί έντρομη όταν τη συμβούλεψε να με πάει σε γιατρό. Οχι ότι τότε καταλάβαινα πολλά πράγματα. Να πω ότι με ένοιαξε θα ήταν ασύστολο ψέμα. Οι κουβέντες δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου αλλά φαίνεται ότι τα΄ λεγα μια χαρά με τον εαυτό μου. Και κάτι περισσότερο... Πιο πολύ από τις κουβέντες μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Γρήγορα ανακάλυψα στις βόλτες μου στην πόλη ότι κρυφοκοιτάω τους άλλους μέσα από την κλειδαρότρυπα της ζωής τους. Να μια κουρασμένη γυναίκα του ανατολικού μπλοκ με πλατινέ , κοντοκουρεμένο μαλλί και φούξια χειλάκι, συγκινητική μέσα στην παλιομοδίτικη ομορφιά και στη μαραμένη της θηλυκότητα. Ιδρώνει όταν ξαφρίζει από το ντουλάπι του παππού που φροντίζει ζάχαρες και καφέδες, κλείνοντας ένα όνειρο σε δέμα μαγικό για την πατρίδα? Πιο περα ο Πακιστανός με το πηχτό χρώμα και τα λιωμένα μάτια , ποιο αίσθημα ελευθερίας κυνηγάει πάνω στο σκουριασμένο του ποδήλατο ? Ο γέρος που αποκοιμήθηκε στο παγκάκι του Ιπποκρατείου δίπλα σε ένα τεράστιο λούτρινο αρκούδο, με το σταντ με τα λαχεία κρεμασμένο μπροστά, ίδιο δόρυ ιππότη , βλέπει στο όνειρό του το μικρό του εαυτό να τρέχει με πόδια που δε φορούν πια ρευματισμούς ,μονο υπέροχα, πανάλαφρα, τρύπια παπούτσια ? Τι ανασαίνει πίσω από τα ανοιχτά παράθυρα στους δρόμους των νεοκλασικών σπιτιών στο Μεταξουργείο? Τι ιστορίες τραγουδάνε τα μαχαιροπήρουνα καθώς κόβουν καρπούζι στα μπαλκόνια μια αχνιστή, αυγουστιάτικη βραδιά όπου η Αθήνα σιγολιώνει? Ποια θλίψη σέρνεται, ποια τραγωδία σκαλώνει στις κιτρινισμένες από το καυσαέριο κουρτίνες , ποια ιστορία περιμένει να βρει στόμα για ξεδιπλώσει τη σερπαντίνα της...
Κάπου διάβασα ότι αγαπώ μιαν εικόνα σημαίνει εικονογραφώ μιαν αγάπη. Αν είναι έτσι τότε θα έγραφα για έναν και μόνο λόγο. Γιατί αγαπάω τους ανθρώπους . Γιατί θέλω να τους ονειρευτώ .Γιατί έχω την ψευδαίσθηση ότι γράφοντας για αυτούς, τους ξορκίζω μέσα μου, τους ανάβω κερί, τους κολλάω ένα φιλί στο μάγουλο ,τους κλείνω στα γράμματα, σα μέσα σε πανοπλία , τους ντύνω ένα τσόφλι για να προστατέψω το μέσα τους, ή ακόμα καλύτερα , τους χαρίζω ένα σωσιβιο λαμπάκι και τους ρίχνω στον αμείλικτο μηχανισμό του παλιού μου ρολογιού . Ο σώζων εαυτόν..
Τα Πρόσωπα με στοιχειώνουν .Ούτε οι αριθμοί, ούτε οι λέξεις...Τα Πρόσωπα..
Ερχονται και φωλιάζουν μέσα μου σε ανύποπτο χρόνο. Κατασκηνώνουν εκεί και κρύβονται.Δεν κάνουν θόρυβο, πατάνε στις μύτες ,μιλάνε χαμηλόφωνα , καπνίζουν και προσποιούνται ότι διαβάζουν ή σφυρίζουν αδιάφορα. Κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο ή πίσω από μια λεύκα . Κάνουν ότι δε με βλέπουν μα ξέρω ότι κρυφοκοιτάνε. Τα ξεχνώ. Και ξάφνου μια μέρα από εκεί που δεν το περιμένω, μια χειρονομία, μια ματιά που κάτι μου θυμίζει , τα φέρνει ολοζώντανα μπροστά μου. Ποιος είναι αυτός? Πού τον ξέρω? Γιατί τον νιώθω κομμάτι της ζωής μου? Ποια είναι η δικιά του ζωή? Γιατί τον αγαπάω ? Ποιος είναι? Είναι ένας ξένος. Ένας επικίνδυνος , ολότελα άγνωστος . Τι θέλει από μένα? Τι θέλω εγώ από αυτόν? Ποια μοίρα μάς φέρνει αντιμέτωπους σε ένα σφιχταγκάλιασμα, οδυνηρό και αναπόφευκτο? Ποια αρρωστημένη, νοσηρή δυσλειτουργία του μυαλού θέτει σε κίνηση το μηχανισμό της ανασύστασης της ζωής των άλλων ? Γιατί με βασανίζει?
Πολλές φορές σκέφτομαι ότι η διαδικασία του γραψίματος μοιάζει πολύ με τον οδοντίατρο. Φοβάσαι τον πόνο κι όλο το αναβάλλεις, για βδομάδες , μηνες , χρόνια , η πληγή είναι εκεί, δουλεύει υπόγεια, μαζεύει συρίγγιο μυστικά , δεν ξεχνάει ποτέ να ολοκληρώσει τη δουλειά της, τελικά δεν αντέχεται , πρέπει να βγει το θραύσμα , ξένο σώμα πια κι όμως τόσο δικό σου, η εξαγωγή πονάει πολύ αλλά τελικά σε ανακουφίζει και σε αφήνει και με ένα ωραίο χαμόγελο.«Πού πήγατε? Στον Τάδε, είναι πολύ καλός, πολύ προσεκτικός, ταλαιπωρήθηκα βέβαια πολύ, δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν, έπρεπε να βγει, να βγει από μέσα μου, είχα αρρωστήσει, καταλαβαίνετε?»
Τελικά , από μικρό κι από τρελό... Η απάντηση εδώ και πολλά χρόνια δεν έχει αλλάξει. Μπορεί να παραλλαχτεί κιόλας, αν δε σας πειράζει: «Δε φτάνει που γράφω, θέλεις να ξέρω και γιατί γράφω?» Εκτός κι αν έχετε εσείς να μου δώσετε μιαν άλλη, καλύτερη...
Μιχαήλ Μαραγκάκης : Γιατί μ'αρέσει να γράφω
Τα αρώματα της βρόχινης υγρασίας τυλίχτηκε και στην παλάμη του νοτιά καθήμενη, βρέθηκε έξω από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλών μου. Σαν ιός αιωρούμενος τρύπωσε από τις σκουληκοφαγωμένες σχισμές τους. Χωρίς άλλη αναμονή, η Ζωή πήρε μία μορφή όμοια με αυτή της πρώτης μου δασκάλας. Πλησίασε στο κρεβάτι όπου, ακόμα, κοιμόμουνα. Οι εκπνοές μας διασταυρώθηκαν, οι λογχισμένες, από διαφορετικές ηλιαχτίδες, ματιές μας το ίδιο. Ξύπνησα, σηκώθηκα κι άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Έξω, άστεγοι και τρανζίστορ ανοιχτά, απέναντι γείτονες στα παράθυρά τους και μπροστά στη μύτη τους μια δροσοσταλίδα. Αυτή τη δροσοσταλίδα καλούσαν, με το πιτήδειο τραγούδι τους, να μεταμορφωθεί σε ποταμό Μήνιο και να εισβάλλει ορμητικά μέσα στο νου, ξεπλένοντας κάθε γωνιά του.
Όμως είναι αποκύημα της φαντασίας τους! Ζούφιο δώρο της υπεκφυγής προς θνητούς εορτάζοντες και η γενέθλια ευχή τους! Αδύνατον! Οι στιγμές που φώτισε το κερί ή το ηλεκτρικό, βρωμισμένες απ' τη δειλία του καθενός να ομολογήσει εμπειρίες λουσμένες από εκκρίσεις της παθιασμένης σάρκας, στέκουν πλέον καλά χωμένες σ’ αραχνιασμένες γωνιές. Εξορισμένες από τους φύλακες του «πρέπει» και του «μη», περιμένουν πια μόνο την αύρα του θανάτου να πλησιάσει. Τότε, η εικόνα του ανήμπορου κορμιού καθαγιάζει την ομολογία και το σώμα, έχοντας απολέσει τη λάμψη της νιότης και της σιαμαίας αδελφής, της αθανασίας, έτοιμο να υποταχτεί στη μοίρα του, φροντίζει, τη στερνή ώρα, πληγές που το ίδιο χάραξε. Η γλώσσα πάλλεται, χτυπά από μάγουλο σε μάγουλο, μαστιγώνει τα δόντια και παράγει ήχους γνώριμους στα αυτιά αυτών που περιστοιχίζουν το νεκροκρέβατο.
Νερό, σαπούνι και καθαρά ρούχα για τις στιγμές ζωής που στερήθηκαν τον κύριο λόγο ύπαρξής τους: να εξιστορηθούν. Δαυλός θα τους φωτίσει το ακριβοθώρητο μονοπάτι μέσα στο λαβύρινθο του νου και θα κάψει τα ψωριασμένα κουρέλια τους. Καθαρές, αρωματισμένες θα βγουν στο φρέσκο αέρα.
Μα τί κατάρα είναι τούτη και ποιός ακατανόητος γλωσσοδέτης θα τη λύσει! Αφού ματιά ολόγυρά τους ρίξουν και κάθε τι που βρίσκεται γύρω τους αγαπήσουν, θα χωθούν βίαια στο υπόγειο του μυαλού των απογόνων. Αγέραστοι ακόμα αυτοί, θα ορκιστούν να μην τις ξεστομίσουν, ωσότου η σκηνή επαναληφθεί κι επαναληφθεί. Μάταια οι γιοι, οι εγγονοί και οι πεντάγγονοι ελπίζουν μήπως χαθούν, αδιάφορο πώς.
Όσο για μένα, δεν ελπίζω ούτε χαραμίζω του μισεμού την ώρα σε εξομολογήσεις μπροστά σ’ αρρώστους κι εφημέριους. Έχω άλλα κατά νου. Τότε, θέλω να φανταστώ τη ζωή μου διαιρεμένη κι αφού τόσο πολύ λάτρεψαν το δευτερόλεπτο ορισμένοι χρονοθέτες, θα το κάμω και δική μου μονάδα μέτρησης ζωής! Θα ξεκινήσω από τότε που η πέτρα έμενε στα χέρια πέτρα και θα τολμήσω να καταλήξω τότε που η πέτρα θα γίνει προσκέφαλο. Δευτερόλεπτο- δευτερόλεπτο θα το αξιώνω ως «ζωή» ή θα το αποδιώχνω.
Ψέματα να γράφονται σε μνήματα και σταυρωμένα κλήματα για το πόσο ζήσαμε; Ψέματα σε μια στιγμή που απαιτεί σέβας; Όχι! Να χαραμίσω όμως και στιγμές που μου έκλεψαν ο βιοπορισμός και ο κάθε καταναγκασμός θέλω; Όχι πάλι! Γι’ αυτό, Ζωή, πριν φύγεις, στρώσε μου τραπέζι με κόλες λευκές - άμα χρειαστώ κι άλλες θα σηκωθώ να πάρω - φέρε μου ρακί, μολύβι κι άσε με να μετουσιώνω εφιάλτες και ανάξια βιώματά μου σε λόγο γραπτό.
Παράλληλα, μπορεί ο διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής να τελείωσε αλλά το βιβλίο της κας Πόλυς Μηλιώρη «Δημιουργική Γραφή για μελλοντικούς Ομότεχνους» περιλαμβάνει 80 ασκήσεις που περιμένουν τις δικές σας απαντήσεις. Κάθε συμμετέχων θα λάβει προσωπική αξιολόγηση από τη συγγραφέα, καθώς επίσης και πρόσκληση για τυχόν συναντήσεις δημιουργικής γραφής, στις οποίες θα λάβουν μέρος όλοι όσοι έχουν συμμετάσχει στις μέχρι τώρα «Προσκλήσεις Δημιουργικής Γραφής» και στο διαγωνισμό, καθώς και η ίδια.
Απαντήστε, λοιπόν, στις ασκήσεις του βιβλίου «Δημιουργική Γραφή για μελλοντικούς Ομότεχνους» και αποστείλετε τη συμμετοχή σας στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ στη διεύθυνση :
Τατοΐου 121 & Σπ. Μερκούρη 1
144 52 , Μεταμόρφωση Αττικής

|
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ
CREATIVE WRITING FOR FUTURE COLLEAGUES
ΠΟΛΥ ΜΗΛΙΩΡΗ
Ένα σημαντικό και συστηματικό βοήθημα για όσους θέλουν να γίνουν συγγραφείς γεμάτο πληροφορίες, συμβουλές, και τεχνάσματα γραφής, από τη συγγραφέα περισσοτέρων από 20 βιβλίων και θεωρητικό λογοτεχνίας Πόλυ Μηλιώρη. Η συγγραφέας διδάσκει από το 1994 σε σεμινάρια και ιδιαίτερα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Ένα κατατοπιστικό και αναμφισβήτητα απαραίτητο βοήθημα για όσους επιθυμούν να κατακτήσουν τον χώρο της συγγραφής. περισσότερα
|
|