«Ψήσου, δραπέτευσε ή δράσε»: Πώς ο πολύνεκρος καύσωνας του Παρισιού το 2003 δεν μας έχει μάθει ακόμη τίποτα

Καύσωνας
6 Ιουνίου 2024 5 ' χρόνος ανάγνωσης

Ο βραβευμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζεφ Γκουντέλ στο βιβλίο ΚΑΥΣΩΝΑΣ: Η ΖΩΗ Σ' ΕΝΑΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ μάς παρουσιάζει τους ακραίους τρόπους με τους οποίους αλλάζει ήδη ο πλανήτης μας, καθώς και τις επιπτώσεις των καυσώνων σε όλες τις πτυχές της ζωής μας: από τη διατροφή και το ξέσπασμα επιδημιών ως τη στέγαση και την εργασία μας. Επίσης, μας περιγράφει τι θα συμβεί στις ζωές και στις κοινότητές μας όταν ένα τυπικό καλοκαίρι θα κινείται πλέον σε θερμοκρασίες γύρω στους 43 βαθμούς Κελσίου.

Ο καύσωνας, μας εξηγεί ο Γκουντέλ, είναι ένα επιθετικό φαινόμενο που βάζει στο στόχαστρο τους πιο ευάλωτους. Αυτό τουλάχιστον ίσχυε έως τώρα. Καθώς όμως οι καύσωνες θα γίνονται όλο και πιο έντονοι και όλο και πιο συχνοί, δε θα είναι τόσο επιλεκτικοί.

Διάβασε ένα ενδεικτικό απόσπασμα, όπου o Γκουντέλ αναφέρεται στον πολύνεκρο καύσωνα που έπληξε το Παρίσι του 2003, και δεν μας έχει μάθει ακόμη τίποτα.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, τα καλοκαίρια στο Παρίσι ήταν λιγάκι σαν τα καλοκαίρια στο Σιάτλ. Η θερμοκρασία ήταν γύρω στους 20 με 25 βαθμούς. Πού και πού, έβρεχε. Η υγρασία δεν ήταν υπερβολική. Ο καιρός ήταν για αιώνες έτσι – πράγμα το οποίο είναι ο λόγος που στην ουσία μέχρι πρόσφατα κανένας δεν είχε κλιματισμό.

Γιατί να μπουν στον κόπο; Επιπλέον, στη Γαλλία υπάρχει μια μακρά παράδοση τον Αύγουστο –συνήθως τον θερμότερο μήνα του καλοκαιριού– οι άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές. Η πόλη ουσιαστικά κατεβάζει τα ρολά και ο κόσμος πηγαίνει στις παραλίες της Βρετάνης ή ψηλά στις Άλπεις για να δροσιστεί και να χαλαρώσει. Σκεφτείτε το ως παλιομοδίτικη προσαρμογή στη ζέστη.

[…] Το καλοκαίρι του 2003 οι Παριζιάνοι που παρέμειναν στην πόλη επλήγησαν από κάτι που δεν το είχαν υπολογίσει ποτέ στο παρελθόν: έναν καύσωνα. Είχαν υπάρξει ζεστές μέρες στο Παρίσι, αλλά τίποτα παρόμοιο. Για εννιά μέρες τον Αύγουστο, η ημερήσια θερμοκρασία ήταν πάνω από 35 βαθμούς, φτάνοντας μερικές φορές ως τους 40. Και δε δρόσιζε ιδιαίτερα τη νύχτα.

Χρειάστηκαν μερικές μέρες για να αποκαλυφθεί το πλήρες εύρος της τραγωδίας. Η αστυνομία και η Πυροσβεστική άρχισαν να απαντούν σε όλο και πιο πολλές κλήσεις. Τα «Επείγοντα» των νοσοκομείων άρχισαν να γεμίζουν. Όταν ο καύσωνας είχε ήδη διάρκεια περίπου μιας βδομάδας, οι αρμόδιοι της πόλης άρχισαν να μην έχουν πού να βάλουν τα πτώματα. Το Υπουργείο Υγείας ήθελε να τα βάλει σε δημόσια παγοδρόμια κοντά στην πρωτεύουσα, όμως αυτά ήταν κλειστά τον Αύγουστο και θα ’παιρνε πάρα πολύ χρόνο για να παγώσουν ξανά. Έτσι, οι Αρχές έστησαν ψυχόμενες σκηνές σε πάρκα. Όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν πάρα πολλά πτώματα. Ακόμα κι αν γίνονταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οι ταφές και οι αποτεφρώσεις δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με τον αριθμό των θανάτων. Η πόλη επεξέτεινε τη μέγιστη καθυστέρηση ανάμεσα στον θάνατο και στην ταφή από τις έξι στις δεκαεφτά μέρες, όμως αυτό είχε απλώς ως αποτέλεσμα ό,τι αποκάλεσε μια αναφορά «καταβρόχθιση χώρων για τη φύλαξη πτωμάτων».

Τελικά, οι Αρχές της πόλης επέταξαν μια αποθήκη τροφίμων. Επίσης, μίσθωσαν ή αγόρασαν φορτηγά ψυγεία τροφίμων. 

[…]

Σε λιγότερες από δύο βδομάδες το 2003, 15.000 άνθρωποι στη Γαλλία πέθαναν, με τον θάνατό τους να είναι άμεσο αποτέλεσμα του καύσωνα.

Σχεδόν χίλιοι ζούσαν στο κεντρικό Παρίσι. Πολλά από τα θύματα έμεναν μόνα σε σοφίτες ή διαμερίσματα του τελευταίου ορόφου, όπου η ζέστη αυξανόταν κάτω από τις τσίγκινες σκεπές και κυριολεκτικά έψηνε τους ανθρώπους σαν να βρίσκονταν στον φούρνο. Χρειάστηκαν βδομάδες για την αποκομιδή όλων των πτωμάτων. Ολόκληρες πολυκατοικίες χρειάστηκε να εκκενωθούν εξαιτίας της διαπεραστικής οσμής του θανάτου.

Όπως κάθε άλλη πόλη στον κόσμο, το Παρίσι χτίστηκε από ανθρώπους που πίστευαν ότι το κλίμα της Γης ήταν σταθερό.

Ναι, υπήρχαν ζεστές και κρύες μέρες, άνοδοι και κάθοδοι της στάθμης των υδάτων των ποταμών, καταιγίδες, ξηρασίες και άλλες βίαιες μεταβολές της Μητέρας Φύσης, ή των θυμωμένων θεών, ή της φυσικής, όμως η βασική ιδέα ότι υπήρχε μια συγκεκριμένη σταθερή κατάσταση και ότι ο κόσμος θα επανερχόταν πάντοτε σε αυτή δεν αμφισβητούνταν ποτέ. Όπως δεν έχτιζε κανείς μια πόλη στην ακτή λογαριάζοντας ότι τα πολικά στρώματα πάγου θα μπορούσαν να λιώσουν και να υψώσουν το νερό εκατόν πενήντα ή ακόμα και εκατόν ογδόντα εκατοστά μέσα σε μερικές δεκαετίες, κανένας δεν έχτιζε μια πόλη λογαριάζοντας ότι η θερμοκρασία θα έκανε ένα άλμα τριών ή έξι βαθμών ή ότι ακραίοι καύσωνες θα μας έψηναν.

[…]

Τώρα, όμως, όπως καθετί άλλο, οι πόλεις πρέπει να αλλάξουν. Οι πόλεις στην ακτή πρέπει να προσαρμοστούν στην άνοδο της στάθμης των θαλασσών. Οι πόλεις στα βουνά πρέπει να προσαρμοστούν στους φουσκωμένους και ορμητικούς ποταμούς.

Και οι πόλεις παντού πρέπει να προσαρμοστούν στην αυξανόμενη ζέστη. Είναι το μεγάλο αστικό τεχνικό έργο των καιρών μας: η μετατροπή μιας πόλης που δε σχεδιάστηκε για ακραία ζέστη σε πόλη που θα είναι βιώσιμη στη διάρκεια αυτής της ακραίας ζέστης.

Ή, αν αυτό παραείναι πολύ, τουλάχιστον, σε πόλη που δε θα είναι θανάσιμη παγίδα για τους κατοίκους της. Και οι πόλεις πρέπει να τα κάνουν όλα αυτά ενώ επεκτείνονται γρήγορα, ώστε να τα βγάλουν πέρα με την εκρηκτική αύξηση του αστικού πληθυσμού που προβλέπεται μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με μια αναφορά, ο κόσμος θα χρειάζεται να χτίζει μια ολόκληρη Νέα Υόρκη κάθε μήνα για τα επόμενα τριάντα χρόνια, ώστε να στεγάζει όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους.

[…]

«Έχουμε μπει σε ένα νέο κλιματικό και ενεργειακό μοντέλο», υποστηρίζει ο Φλορεντέν (μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Παρισιού). «Χρειαζόμαστε μια κοινωνική και πολιτιστική μεταμόρφωση σε επίπεδο που πολύ φοβάμαι ότι αυτοί που έχουν την εξουσία τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν μπορούν στ’ αλήθεια να το διανοηθούν».

Πώς θα υπάρξει αυτή η μεταμόρφωση;

«Πρέπει να οικοδομήσεις ένα πολιτικό κίνημα», σύμφωνα με τον Φλορεντέν. «Οι άνθρωποι πρέπει να το απαιτήσουν».

Και το τωρινό κατεστημένο δεν αποτελεί επιλογή. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Παρίσι, όπως οποιαδήποτε άλλη πόλη στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη, θα αλλάξει από την ακραία ζέστη, με τόση βεβαιότητα με όση έχει αλλάξει μέσα στους αιώνες από τον πόλεμο, την αρρώστια και το εμπόριο. Ο Φλορεντέν πίεσε το δημοτικό συμβούλιο να συστήσει μια δεκαπενταμελή επιτροπή με την ονομασία «Το Παρίσι στους 50οC», η οποία θα διοργανώνει δημόσιες συζητήσεις σε όλη την πόλη και θα κάνει προτάσεις σε όλο το συμβούλιο σχετικά με τις καλύτερες στρατηγικές προσαρμογής στην ακραία ζέστη. «Εδώ στο Παρίσι, υπάρχουν τρεις επιλογές», είπε απερίφραστα ο Φλορεντέν. «Ψηνόμαστε, δραπετεύουμε ή αναλαμβάνουμε δράση».

---

Βρες το βιβλίο ΚΑΥΣΩΝΑΣ: Η ΖΩΗ Σ' ΕΝΑΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ του Τζεφ Γκουντέλ που μόλις κυκλοφόρησε εδώ.

Προηγούμενο άρθρο:
Eπόμενο άρθρο:
Copyright © 2026 Psichogios Publications. Designed & developed by Netsteps