Σκέψεις αγκαλιά με την αυλόπορτα του σχολείου - Μαρία Γιαγιάννου
Από τη Μαρία Γιαγιάννου, Συγγραφέα
Κάθε νέα σχολική χρονιά βρίσκει τους γονείς αγκαλιά με την αυλόπορτα του σχολείου – κυριολεκτικά στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και μεταφορικά στις επόμενες. Μπαμπάδες και μαμάδες ανησυχούμε για την εξέλιξη του παιδιού μας στο πλαίσιο της σχολικής ζωής, η οποία μπορεί συχνά να είναι περιπετειώδης, τόσο μαθησιακά όσο και σε επίπεδο κοινωνικοποίησης. Διεκδικώντας κι εγώ το δικό μου μερίδιο σε αυτήν την αυλόπορτα (!) τα τελευταία χρόνια, παρακολουθώ εκ των έσω το μίγμα ενθουσιασμού και φόβου, αισιοδοξίας και αγωνίας, προσδοκίας και ματαίωσης, αποφασιστικότητας και ανασφάλειας, χαράς και λύπης, όλων των ζωτικών δυνάμεων που εναλλάσσονται και συνδιαλέγονται στο συναισθηματικό γαϊτανάκι της παιδικής ψυχής, αφότου μικροί και μεγάλοι περάσουμε τις πύλες του Σεπτέμβρη.
Δεν χρειαζόταν, βέβαια, να γίνω μητέρα ή συγγραφέας – αρκούσε που ήμουν κι εγώ μαθήτρια – για να θυμηθώ ότι οι περισσότεροι ανταγωνισμοί στο σχολικό περιβάλλον, κυρίως όσοι σχετίζονταν με το «ποιος είναι ο καλύτερος μαθητής», ξεκινούσαν από το οικογενειακό περιβάλλον. Μαμάδες έτοιμες για όλα, οπλισμένες με ισχυρό μαχητικό (κι όχι τόσο μαθητικό) πνεύμα, ανέκαθεν ενστάλαζαν στα παιδιά τους το αίσθημα του καθήκοντος να είναι «οι πρώτοι μαθητές». Δεν είναι λίγες οι ιστορίες που ακούμε καθημερινά για γονείς που διαμαρτύρονται επειδή τα παιδιά τους πήραν 19 αντί για 20 ή επειδή η δασκάλα έβαλε ερωτηματικό δίπλα στο «Άριστα», κυρίως επειδή υπάρχει κάποιο άλλο παιδί που πήρε το θαυμαστικό, κι αυτό αποδεικνύεται δυσβάσταχτο. Καταρχήν, όμως, όχι για το παιδί. Πρώτα για τον γονέα, η φάτσα του οποίου εμφανίζεται στη λευκή σελίδα σαν σε οθόνη μαγική, μόλις το παιδί ανοίξει το σχολικό τετράδιο: «Κού-κου! Είμαι κι εγώ εδώ…».
Ζούμε σε μια εποχή τεμπέλικης διεκδίκησης και αδιαφορίας για τη γνώση, την οποία υπερσκελίζει το κυνήγι της πληροφορίας. Παράλληλα με την αδιαφορία για τη γνώση, ο αμείλικτος ανταγωνισμός καταπίνει ενηλίκους και παιδιά. Η τεμπελιά αποδεικνύεται συχνά ο δημοφιλέστερος τρόπος για να «χτυπήσει» ένας νέος τον ανταγωνισμό. Όλο και πιο συχνά τα παιδιά κάνουν όνειρα youtuber και influencer, θεωρώντας ότι αυτοί είναι οι πιο σίγουροι τρόποι διάκρισης. Κουνώντας κυριολεκτικά το δαχτυλάκι τους πάνω σε μια οθόνη, ονειρεύονται έναν συνδυασμό τεμπελιάς και αδρεναλίνης για να γίνουν θελκτικοί και ανταγωνιστικοί. Από την άλλη πλευρά, απέναντι από την τεμπελιά, επιβιώνει ακόμα και η βαθμοθηρία. Και οι δύο στάσεις ζωής γρατζουνάνε την επιφάνεια· καμία δεν μπαίνει στην ουσία.
Πρόσφατα, σε ένα δημοτικό σχολείο που επισκέφθηκα για να παρουσιάσω τη «Χαμηλοπάρδαλη», μια δασκάλα μοιράστηκε μαζί μου το εξής περιστατικό, που λίγο-πολύ σχετιζόταν με την υπόθεση του βιβλίου μου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε ανακοινωθεί η σημαιοφόρος της έκτης τάξης για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου, και τη μέρα εκείνη όλα είχαν κυλήσει ειρηνικά και αναίμακτα. Την επόμενη μέρα, όμως, όταν ξαναπήγαν στο σχολείο, τα φιλαράκια καυγάδισαν άγρια μεταξύ τους. Αυτό συνέβη επειδή το προηγούμενο βράδυ κάποια παιδιά, ως διά μαγείας, είχαν εμποτιστεί με την ιδέα ότι έπρεπε να είναι εκείνα σημαιοφόροι και ότι η πρόκριση της σημαιοφόρου «ήταν άδικη». Μαντέψτε τι είχε συμβεί στο σπίτι. Μαντέψτε γιατί ποτέ δεν θα μάθουμε να αναγνωρίζουμε με εκτίμηση (όχι με φόβο, όχι με υποταγή – με εκτίμηση) όποιον είναι καλύτερος από εμάς σε κάτι.
Ξέρω ότι εν έτει 2025 είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενο να χρησιμοποιούμε τη λέξη «καλύτερος/η», γιατί αμέσως ορίζουμε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού, μια κλίμακα μέτρησης που πατάει στη διάκριση. Όμως, το «καλύτερο» δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο. Ως τελειομανής ενήλικη, άργησα να συνειδητοποιήσω ότι το «καλό» είναι καλύτερο από το «καλύτερο»! Διότι το να είσαι καλός έχει σύμφυτη αξία, το να είσαι καλύτερος σημαίνει μόνο ότι είσαι καλύτερος από κάποιον άλλον.
Πώς όμως καλλιεργεί κανείς αυτό το αίσθημα αυτοπραγμάτωσης που σχετίζεται μεν με τους άλλους, αλλά δεν εξαντλείται στη σύγκριση μαζί τους; Ίσως η επαναστατική προσέγγιση του Winnicott στη γονεϊκότητα να έχει νόημα να υιοθετηθεί και στη «μαθητικότητα». Μια κουλτούρα, δηλαδή, όπου δεν χρειάζεται να είσαι «ο τέλειος μαθητής», αλλά απλώς «αρκετά καλός» (good enough)∙ ένας μαθητής συντονισμένος με τη συνθήκη της μάθησης, με τις κεραίες του διαθέσιμες, που να στέκεται με φιλοπονία απέναντι στις πολλαπλές απαιτήσεις τόσο των μαθημάτων όσο και της φιλίας, η οποία αποτελεί σαφώς το πιο ενδιαφέρον μάθημα για το παιδί. Μήπως δηλαδή, με βάση πάλι αυτόν τον συλλογισμό αλά Winnicott, είναι πιο χρήσιμη από την τελειότητα μια «αρκετά καλή» προσπάθεια;
Από την άλλη, το «προσπάθησε να τα καταφέρεις, να τα πας καλά» δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της παιδαγωγικής διαδικασίας∙ διαφορετικά, το «πηγαίνω σχολείο» χάνει το νόημά του. Αν στη μακρά πορεία της αναζήτησης της ταυτότητάς μας η σύγκριση με τους άλλους είναι σχεδόν αναπόφευκτη και ίσως ανεκρίζωτη, ίσως αξίζει τουλάχιστον να αξιοποιηθεί ως ελατήριο. Νομίζω ότι από τη θέση των γονιών μπορεί αυτό το ελατήριο δράσης να μετουσιωθεί σε έμπνευση, σε κίνητρο, και όχι σε αίσθημα κατωτερότητας ή αποτυχίας. Ώστε τα παιδιά να ακολουθούν τις επιθυμίες τους, παίζοντας το πολύπλοκο παιχνίδι της απόκτησης γνώσεων με φιλομάθεια, χωρίς να κάμπτονται από τις «αποτυχίες», πόσο μάλλον από τη «μη-τελειότητα». Κανένας γονιός δεν επιθυμεί στ’ αλήθεια ένα παιδί-βαθμοθήρα, παρά ένα παιδί που να καταφέρει, μέσα στη διασπαστική εποχή της υψηλής τεχνολογίας και του κοινωνικού κατακερματισμού, να βρει την αφοσίωση και την αγάπη για ένα-δύο αντικείμενα μελέτης που θα το κάνουν έναν πνευματικά πλούσιο άνθρωπο.
Ως προς το δικό μου συγγραφικό μέλημα, βασική πρόθεση της «Χαμηλοπάρδαλης» είναι να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον και, κατά συνέπεια, στην κοινωνία. Εννοείται ότι προέχει η αναγνωστική απόλαυση, που είναι το μόνο εισιτήριο διαρκείας προς την αγάπη για τα βιβλία. Παράλληλα, αναλαμβάνεται και μια (εμμέσως) παιδαγωγική αποστολή. Μιλώντας στη «Χαμηλοπάρδαλη», μέσω της μυθοπλασίας, για την αυτοπεποίθηση, για την επουλωτική δύναμη της φιλίας και για την επίτευξη στόχων, έχω κατά νου τα εξής:
Μπορεί πολλές φορές να σκεφτόμαστε ότι τα δοσμένα προνόμια – της κοινωνικής και οικονομικής θέσης, της εξωτερικής εμφάνισης, της ευρωστίας – προσφέρουν ένα πλαίσιο άνθησης της αυτοπεποίθησης, το οποίο λείπει από άλλα παιδιά. Κι όμως, κάλλιστα μπορεί να συμβαίνει το αντίστροφο. Ένας ισχυρός πυρήνας αυτοπεποίθησης δεν σχετίζεται τόσο με τα παραπάνω εξωγενή αγαθά, όσο με τη συναισθηματική καλλιέργεια και την άνευ όρων αγάπη, που παραμένουν πάντα στο χέρι του γονέα να τα προσφέρει, ό,τι κι αν η ζωή τού φέρει.
Η ηρωίδα της «Χαμηλοπάρδαλης», Αριστέα – που δεν βαφτίστηκε τυχαία έτσι – δεν είναι όνομα και πράγμα, δεν είναι δηλαδή «άριστη». Όμως η επιθυμία της να γίνει εξίσου ορατή με τα υπόλοιπα παιδιά την οδηγεί να ακονίσει την αξία της. Ούτε να αλλάξει την εμφάνισή της σύμφωνα με κάποια μόδα, ούτε να επιτεθεί σε όσους δεν της μοιάζουν, ούτε να βρει δόλιους ή πλάγιους τρόπους για να γίνει ορατή. Αντιθέτως, επιλέγει να αγωνιστεί με την αξία της γι’ αυτό που πιστεύει πως της ταιριάζει. Λαχταρά, λοιπόν, την μπροστινή θέση στην παρέλαση, την οποία δεν μπορεί να έχει λόγω χαμηλού ύψους, κι έτσι διεκδικεί τη θέση του σημαιοφόρου. Η σημαία εδώ χρησιμοποιείται σαν σύμβολο όχι για να μιλήσω για το έθνος, αλλά για την προσωπικότητα ως πατρίδα, για την προσήλωση σε έναν στόχο, καθώς και για τους τρόπους να τον φτάνει κανείς με ήθος, ειρηνική συμπόρευση με την κοινότητα, αγάπη για την ποικιλομορφία και προσωπική αξιοσύνη. Εξάλλου, και η ίδια η έννοια της παρέλασης παραλλάσσεται δημιουργικά μέσα από την πλοκή. Αυτά που τελικά γιορτάζονται στο βιβλίο είναι η ενωτική διάσταση της φιλίας, η γονική συμπαράσταση και η μοναδική δύναμη της κάθε προσωπικότητας.
Καθώς εμείς οι γονείς κοιτάμε από τη σχολική αυλόπορτα τα παιδιά μας να ανεβαίνουν τις σκάλες του σχολείου, γινόμαστε μάρτυρες μιας διπλής υπόθεσης: της φαντασιακής επανάληψης της δικής μας παιδικής ηλικίας και του αυτόνομου ταξιδιού όλων αυτών των μικρών εξερευνητών με τις πελώριες σάκες στις μικρές τους πλάτες.
Ξέρουμε ότι η τσάντα τους είναι τόσο βαριά, γιατί – εκτός από μαθηματικά και ιστορία – έχει μέσα και τις προσδοκίες μας. Αξίζει να θυμόμαστε ότι δεν είμαστε τα παιδιά μας. Πριν χτυπήσει το κουδούνι, ας τρέξουμε να τους βάλουμε, μαζί με το κολατσιό, και την Ανεμελιά που ξεχάσαμε – το μόνο πράγμα που μπορεί να δώσει στην τσάντα τους φτερά.
Βρες το βιβλίο εδώ
en

















