Χρήστος Μαρκογιαννάκης: «Κάθε βιβλίο που διαβάζω με επηρεάζει, ακόμα κι αν δε μου αρέσει»

Χρήστος Μαρκογιαννάκης: «Κάθε βιβλίο που διαβάζω με επηρεάζει, ακόμα κι αν δε μου αρέσει»
17 Φεβρουαρίου 2025 6 ' χρόνος ανάγνωσης

«Γεννήθηκα στο Μιλάνο, στις 30 Μαρτίου 1960, στις οκτώ η ώρα το πρωί. Το όνομα που μου δόθηκε ήταν Ομέρο, Όμηρος. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ, σε αντίθεση με το επίθετό μου…». Έτσι ξεκινά η συναρπαστική ιστορία του μυστικού καρπού ενός θρυλικού ζευγαριού· ενός ανθρώπου που πέθανε δύο φορές: μία λίγες ώρες μετά τη γέννησή του –όπως βεβαιώνουν τα επίσημα έγγραφα– και μία δεύτερη σε ώριμη ηλικία.

Πρώτη η Γαλλία κι έπειτα η Ελλάδα: με αυτήν τη σειρά κυκλοφόρησε η ιστορία του Ομέρο στον κόσμο, γραμμένη από την πένα του Χρήστου Μαρκογιαννάκη. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το ΟΜΕΡΟ, Ο ΚΡΥΦΟΣ ΓΙΟΣ ως μια what-if αυτοβιογραφία, όπως και ένα βιβλίο που μιλά για τη σχέση γονέων και παιδιών. Με αυτό το δεδομένο δίνουμε τη σκυτάλη στον συγγραφέα, που απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις μας:

«Η ιστορία αυτή δε μου ανήκει. Δεν είμαι παρά ο κοινωνός της. Ο συγγραφέας του κειμένου μού έδωσε το ελεύθερο να το διαθέσω κατά την κρίση μου. Επέλεξα να το δημοσιεύσω». Το ΟΜΕΡΟ ξεκινά με αυτήν τη φράση στην εισαγωγή του. Σε τι είδους ταξίδι μπαίνει ο αναγνώστης με αυτό το βιβλίο;

Η φράση αυτή ανήκει στον αγγελιαφόρο του κειμένου ο οποίος προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι όπου αλήθεια και μυθοπλασία μπερδεύονται. Πρόκειται για μία Οδύσσεια που διαρκεί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες και που μας μεταφέρει από την Ιταλία στην Ελλάδα, τη Γαλλία την Αμερική σε μια φρενήρη αναζήτηση της αλήθειας. Υπό τη μορφή μιας what-if αυτοβιογραφίας ακολουθούμε τον Ομέρο από τη στιγμή της γέννησής του το 1960, μέχρι που ανακαλύπτει ποιοι είναι οι βιολογικοί του γονείς, (δυο παγκοσμίως διάσημοι άνθρωποι για τους οποίους ο ίδιος δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα) κι από εκεί σε μια έρευνα προκειμένου να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτούς, και να καταλάβει τον εαυτό του. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τις σχέσεις γονέων - παιδιών, για την εγκατάλειψη, την ταυτότητα, την αίσθηση του ανήκειν, και τη μάχη μεταξύ πεπρωμένου και επιλογών, μια μίξη νουάρ και σύγχρονης τραγωδίας.

Στο βιβλίο δεν διαβάζουμε πουθενά τα ονόματα του ζευγαριού Κάλλας – Ωνάση. Πώς προέκυψε το εξώφυλλο, το οποίο βλέπουμε και στη γαλλική έκδοση;

Η επιλογή να μην υπάρχουν ονόματα είναι συνειδητή. Πρώτον γιατί θεωρώ πως είναι μια συγκινητική ανθρώπινη ιστορία, ανεξαρτήτως της αναγνωρισιμότητας των γονιών του Ομέρο, κι έπειτα γιατί όταν ένα παιδί μιλάει για τους γονείς του δεν αναφέρει συνήθως τα ονόματά τους. Έχουμε λοιπόν τη mamma και τον papà, τους θετούς γονείς στους οποίους αντιπαραβάλλονται τα Μητέρα και Πατέρας που αναφέρονται στους βιολογικούς του γονείς.

Η επιλογή του εξωφύλλου τόσο στη γαλλική όσο και στην ελληνική έκδοση, αυτή η φωτογραφία απ’ την πρώτη γνωριμία Κάλλας – Ωνάση στη Βενετία, είναι ένα στοιχείο που χρωματίζει το κείμενο και του δίνει ένα πιο συγκεκριμένο πλαίσιο. Ειδικά στην ελληνική του εκδοχή το εξώφυλλο με την κορνίζα που βγαίνει από τα βάθη ενός συρταριού μας προετοιμάζει για το μυστήριο, και την έρευνα που θα ακολουθήσουν.

Η Μαρία Κάλλας, ιδιαίτερα, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον μέχρι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο. Τι είναι αυτό που πιστεύετε πως μας ελκύει προς την ιστορία της;

Το ταλέντο της, η μοναδική φωνή, η παρουσία της επί σκηνής, η τελειομανία της, η προσπάθεια και η εξοντωτική δουλειά για όλα όσα κατάφερε, σε συνδυασμό με την οικογενειακή και προσωπική της ζωή που συνιστούν στοιχεία αρχαίας τραγωδίας συνθέτουν μια προσωπικότητα σχεδόν μυθική, μια θεά της όπερας από τη μία και μια γυναίκα που ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί (όχι μόνο από το κοινό, αλλά σε προσωπικό επίπεδο) από την άλλη. Χάρη σε όλα αυτά και φυσικά στην αποτύπωση των ερμηνειών της κινεί και θα κινεί το ενδιαφέρον όλων μας, όχι μόνο όσων αγαπάμε την όπερα. Για εμένα προσωπικά είναι κι ένας σύνδεσμος με τη γιαγιά μου, η οποία μου σύστησε τη φωνή της όταν ήμουν εννιά. Έκτοτε με συνοδεύει σε όλες τις στιγμές της ζωής μου, αλλά αποτελεί και πηγή έμπνευσης.

Τα έργα σας διαβάζονται τόσο από Έλληνες όσο και από Γάλλους αναγνώστες (μάλιστα, πρώτα από το γαλλικό κοινό). Ποιες διαφορές εντοπίζετε μεταξύ του Έλληνα αναγνώστη και του Γάλλου;

Πράγματι κάποια από τα βιβλία μου έχουν κυκλοφορήσει πρώτα ή και αποκλειστικά στη Γαλλία. Να πούμε καταρχάς πως σύμφωνα με μια ευρωπαϊκή έρευνα που είδε το φως πρόσφατα οι Γάλλοι διαβάζουν περισσότερο από τους Έλληνες. Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι στη Γαλλία υπάρχει πολιτική προώθησης και στήριξης του βιβλίου, και διοργανώνονται λογοτεχνικά φεστιβάλ κάθε Σαββατοκύριακο σε κάποια γωνιά της χώρας. Κατά τ’ άλλα δεν εντοπίζω έντονες διαφορές μεταξύ αναγνωστών στις δύο χώρες, μάλλον ομοιότητες: είναι κυρίως οι γυναίκες που διαβάζουν και αγοράζουν βιβλία, Γάλλοι και Έλληνες αγαπούν την αστυνομική λογοτεχνία, και εκτιμούν τους συγγραφείς που τους σέβονται και προσπαθούν για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Είμαι ευγνώμων και στα δύο κοινά, κι ελπίζω να συνεχίζω να τα ψυχαγωγώ για καιρό.  

Ψάχνοντας λίγα παραπάνω πράγματα για εσάς, βρίσκει κανείς πως έχετε δημιουργήσει τον όρο Criminart. Πώς τον ορίζετε;

Πρόκειται για τη μίξη δύο ενδιαφερόντων μου, της τέχνης και του εγκλήματος, μια μελέτη πάνω στην αναπαράσταση της ανθρωποκτονίας στη ζωγραφική, γλυπτική κλπ, με εργαλεία από την εγκληματολογία, την ιστορία της τέχνης και την ψυχολογία. Παράλληλα το Criminart αναπτύσσει την αιρετική άποψη του Τόμας Ντε Κουίνσι πως μπορούμε να θεωρήσουμε ακόμα και τη δολοφονία ως μια εκ των καλών τεχνών, αρκεί να τηρούνται κάποια αισθητικά κριτήρια. Έχει βρει έκφραση του σε δοκιμιακά βιβλία στα γαλλικά και αγγλικά (The Louvre Murder Club/ Scènes de crime au Louvre, The Orsay Murder Club/ Scènes de crime a Orsay) αλλά και σε installations. Έχω τη χαρά να γυρίζω τον κόσμο για ομιλίες με θέμα «Το έγκλημα στην τέχνη και ως μια εκ των καλών τεχνών».

Ποια βιβλία σάς έχουν επηρεάσει ως συγγραφέα;

Κάθε βιβλίο που διαβάζω με επηρεάζει, ακόμα κι αν δεν μου αρέσει. Όλα τα αναγνώσματα έχουν κάτι να προσφέρουν, έστω μια φράση, την αφορμή για αναζήτηση μιας άλλης ιστορίας ή ιστορικών λεπτομερειών. Αυτά που σίγουρα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωσή μου καταρχάς ως αναγνώστη κι έπειτα ως συγγραφέα είναι εκείνα που έπεσαν στα χέρια μου (κατά τύχη ή πεπρωμένο, ποιος ξέρει;!) όταν πρωτοξεκίνησα να διαβάζω ενήλικα βιβλία, ακόμα κι αν στα εννιά ή δέκα μου χρόνια δεν ήμουν σε θέση να καταλάβω το βάθος τους: «Δράκουλας» του Bram Stoker, «Δόκτορ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ» του Robert Louis Stevenson, «Το πορτραίτο του Ντόρια Γκρέι» του Oscar Wilde, «Η δολοφονία του Ρότζερ Άκροϋντ» της Agatha Christie και μια συλλογή με διηγήματα του Edgar Allan Poe.

Σε ποιες περιπέτειες θα θέλατε να δείτε τον Χριστόφορο Μάρκου σε επόμενες ιστορίες;

Η επόμενη περιπέτεια του αστυνόμου Μάρκου είναι έτοιμη και περιμένει τη σειρά της να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Ψυχογιός στο τέλος του χρόνου. Είναι πιο σκοτεινή σε σχέση με τις προηγούμενες και με μια μεγάλη αλλαγή: ξέρουμε ήδη από τις πρώτες σελίδες το ποιος και το γιατί, η ιστορία επικεντρώνεται, λοιπόν, περισσότερο στην ψυχολογία. Δεν λείπουν ωστόσο οι εκπλήξεις και οι ανατροπές που ελπίζω να κρατήσουν το ενδιαφέρον και την αγωνία των αναγνωστών ως το τέλος. Έχω ήδη ξεκινήσει και τη συνέχεια, στην οποία ο Μάρκου θα ταξιδέψει στην άλλη άκρη του κόσμου, προς αναζήτηση ηρεμίας και ξεκούρασης. Μάταια, φυσικά, μια και όπου κι αν πάει κάποια δολοφονία προκύπτει.

Μοιραστείτε μαζί μας τα 2 τελευταία βιβλία που διαβάσατε, και τα επόμενα 2 βιβλία που θα διαβάσετε.

Τα τελευταία ήταν το ΝΟΤΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ, ΔΥΤΙΚΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ του ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ και το "Close to Death" του Anthony Horowitz. Όσον αφορά στα δύο επόμενα, θα συνεχίσω το «Μαγικό Βουνό» του Thomas Mann το οποίο ξαναδιαβάζω μετά από πολλά χρόνια κι απολαμβάνω ακόμα περισσότερο, και οι «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου για μερικές τελικές λεπτομέρειες σε ένα κείμενο που τελειώνω.

Βρες το ΟΜΕΡΟ, Ο ΚΡΥΦΟΣ ΓΙΟΣ του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗ εδώ!

Προηγούμενο άρθρο:
Eπόμενο άρθρο:
Copyright © 2026 Psichogios Publications. Designed & developed by Netsteps